ἔθος

ἔθος, εος, τό, ([etym.] ἔθω)
A custom, habit, ἔ. τὸ πρόσθε τοκήων (but prob. f.l. for ἦθος) A.Ag.728 (lyr.);

τὸ σύνηθες ἔ. S.Ph.894

;

εἰ τὸ ἔ. συνθήκη Pl.Cra.435a

;

πάτρια ἔ. Id.Plt.295a

: prov., "ἔ., φασί, δευτέρη φύσις" Jul.Mis.353a; ἐν ἔθει τῇ πόλει εἶναι to be the habit, Th.2.64; ἔ. ἐστίν τινι, c. inf., Cratin.Jun.7.1, Alex.253; ἔθος ἔχειν, c. inf., Plu. Them.4; ἔθει by habit, habitually, opp. φύσει, Arist.EN1179b21;

ἐν ἔθει Id.Fr.122

; δι' ἔθος, opp. ἐκ γενετῆς, Id.EN1154a33; ἐξ ἔθους ib. 1103a17;

κατὰ τὰ Ῥωμαίων ἔ. PSI3.182

(iii A. D.), etc. (σϝέθ-, cf. Lat. suesco; v. βεσόν.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔθος — custom neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έθος — το (AM ἔθος) συνήθεια, έξη, έθιμο. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έθος < Fέθος < IE*swedhos < ΙΕ ρ. *swedh , τής οποίας η εκτεταμένη ετεροιωμένη βαθμίδα απαντά στον τ. είωθα*, ενώ η ετεροιωμένη στο λατ. sod ālis «σύντροφος, συνάδελφος». Η λ. έθος εξάλλου …   Dictionary of Greek

  • Πόλις καὶ νόμος, χώμη καὶ ἔθος. — πόλις καὶ νόμος, χώμη καὶ ἔθος. См. Что город, то норов, что деревня, то обычай …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἔθει — ἔθος custom neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἔθεϊ , ἔθος custom neut dat sg (epic ionic) ἔθος custom neut dat sg ἔθω to be accustomed pres ind mp 2nd sg ἔθω to be accustomed pres ind act 3rd sg θέω dhávate imperf ind act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔθη — ἔθος custom neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἔθος custom neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) θέω dhávate imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθέων — ἔθος custom neut gen pl (epic doric ionic aeolic) θεάω gaze at imperf ind act 3rd pl θεάω gaze at imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθῶν — ἔθος custom neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔθεα — ἔθος custom neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔθεε — ἔθος custom neut nom/voc/acc dual (epic ionic) θέω dhávate imperf ind act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔθεος — ἔθος custom neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔθεσι — ἔθος custom neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.